αὐτόδιον

αὐτόδιον
Grammatical information: adv. or adj. (acc.)
Meaning: Prob. `immediately' (only Od. θ 449)
Origin: IE [Indo-European] [184] *dieu- `light day'
Etymology: In antiquity interpreted as ἐξ αὐτῆς τῆς ὁδοῦ ἐλθόντα. Schulze KZ 29, 258 supposed *αὐτό-διϜον comparing αὐτ-ῆμαρ `on the same day', and Skt. sa-dívaḥ `at once'; so to Lat. dies and to Ζεύς. Quite possible.
Page in Frisk: 1,190

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αυτόδιον — αὐτόδιον επίρρ. (Α) ευθύς, αμέσως. [ΕΤΥΜΟΛ. Άπαξ ειρημένη λ. (Οδ. θ. 449), που μπορεί να είναι επίρρ. ή επίθ. στην αιτιατική. Η αρχαία ερμηνεία της λ. είναι «εξ αυτής της οδού ελθόντα (ή εληλυθότα)» με αρχικό τ. *αυθόδιον, ο οποίος έχει υποστεί… …   Dictionary of Greek

  • αὐτόδιον — straightway indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ογδόδιον — ὀγδόδιον (Α) (κατά τον Ησύχ.) «θυσία παρὰ Ἀθηναίοις τελουμένη Θησεῑ». [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. έχει διορθωθεί σε ὀγδοαῖον (βλ. λ. ὀγδοαῖος). Κατ άλλους, πρόκειται για συνθ. (βλ. αυτόδιον)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.